Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1535/2007 της Επιτροπής, της 20ής Δεκεμβρίου 2007 , για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας ( de minimis ) στον τομέα της παραγωγής γεωργικών προϊόντων
20071220
Κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1535/2007 της Επιτροπής
της 20ής Δεκεμβρίου 2007
για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας ("de minimis") στον τομέα της παραγωγής γεωργικών προϊόντων
Η ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΤΩΝ ΕΥΡΩΠΑΪΚΩΝ ΚΟΙΝΟΤΗΤΩΝ,
τη συνθήκη για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας,
τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 994/98 του Συμβουλίου, της 7ης Μαΐου 1998, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 92 και 93 της συνθήκης για την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κοινότητας σε ορισμένες κατηγορίες οριζόντιων κρατικών ενισχύσεων [1], και ιδίως το άρθρο 2 παράγραφος 1,
Ύστερα από δημοσίευση του σχεδίου του παρόντος κανονισμού [2],
Κατόπιν διαβουλεύσεων με τη συμβουλευτική επιτροπή για τις κρατικές ενισχύσεις,
Εκτιμώντας τα ακόλουθα:
(1) Με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 994/98 εξουσιοδοτείται η Επιτροπή να καθορίσει με κανονισμό ανώτατο όριο κάτω από το οποίο θεωρείται ότι οι ενισχύσεις δεν πληρούν όλα τα κριτήρια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης και συνεπώς δεν υπόκεινται στη διαδικασία κοινοποίησης που προβλέπεται στο άρθρο 88 παράγραφος 3 της συνθήκης.
(2) Η Επιτροπή έχει εφαρμόσει τα άρθρα 87 και 88 της συνθήκης και έχει, ειδικότερα, διευκρινίσει σε πλήθος αποφάσεων τον ορισμό της ενίσχυσης κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης. Η Επιτροπή έχει επίσης εκθέσει την πολιτική της όσον αφορά το ανώτατο όριο έως το οποίο μία ενίσχυση θεωρείται ήσσονος σημασίας και μη εμπίπτουσα στο άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης, καταρχάς στην ανακοίνωσή της σχετικά με τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας [3] και εν συνεχεία στον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 69/2001 της Επιτροπής, της 12ης Ιανουαρίου 2001, για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης ΕΚ στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας [4], ο οποίος αντικαταστάθηκε από την 1η Ιανουαρίου 2007 με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1998/2006 της Επιτροπής, της 15ης Δεκεμβρίου 2006, για την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας [5]. Λαμβανομένων υπόψη των ειδικών κανόνων που ισχύουν στον τομέα της γεωργίας και του κινδύνου ακόμη και μικρά ποσά ενισχύσεων να πληρούν τα κριτήρια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης στον τομέα αυτό, ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 69/2001 δεν εφαρμόζεται στον τομέα της γεωργίας. Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1998/2006 αποκλείει τον τομέα της παραγωγής γεωργικών προϊόντων από το πεδίο εφαρμογής του.
(3) Η πείρα που έχει αποκτηθεί με την πάροδο των ετών δείχνει ότι και τα πολύ μικρά ποσά ενισχύσεων που χορηγούνται στον τομέα της γεωργίας ενδέχεται να μην πληρούν υπό ορισμένες προϋποθέσεις τα κριτήρια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης. Γι’ αυτό το λόγο η Επιτροπή, με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1860/2004 της Επιτροπής, της 6ης Οκτωβρίου 2004, σχετικά με την εφαρμογή των άρθρων 87 και 88 της συνθήκης στις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας στον τομέα της γεωργίας [6], θέσπισε κανόνες που επιτρέπουν τη χορήγηση ενισχύσεων ήσσονος σημασίας στον εν λόγω τομέα. Ο κανονισμός αυτός, δυνάμει του οποίου το συνολικό ποσό των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας που χορηγούνται στην ίδια επιχείρηση θεωρείται ότι δεν πληροί όλα τα κριτήρια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης εάν δεν υπερβαίνει τις 3000 ευρώ ανά δικαιούχο επί τρία έτη ούτε ένα συνολικό ποσό που καθορίζεται ανά κράτος μέλος και αντιπροσωπεύει το 0,3 % της ετήσιας παραγωγής του γεωργικού τομέα, καλύπτει τόσο την πρωτογενή παραγωγή όσο και τις δραστηριότητες μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων.
(4) Λόγω της ομοιότητας μεταξύ των δραστηριοτήτων μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων, αφενός, και των βιομηχανικών δραστηριοτήτων, αφετέρου, οι δραστηριότητες μεταποίησης και εμπορίας γεωργικών προϊόντων περιελήφθησαν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1998/2006, ο οποίος διέπει τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας για τις βιομηχανικές δραστηριότητες. Κατά συνέπεια, οι δραστηριότητες αυτές αποκλείστηκαν από το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1860/2004. Για λόγους σαφήνειας πρέπει να καταργηθεί ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1860/2004 και να αντικατασταθεί από έναν νέο κανονισμό ο οποίος θα ισχύει μόνο για τον τομέα της παραγωγής γεωργικών προϊόντων.
(5) Με βάση την εμπειρία της Επιτροπής το ανώτατο ποσό ενίσχυσης των 3000 ευρώ ανά δικαιούχο επί τρία έτη μπορεί να αυξηθεί στις 7500 ευρώ και το όριο του 0,3 % της ετήσιας παραγωγής του γεωργικού τομέα στο 0,75 % χωρίς να επηρεαστεί το εμπόριο μεταξύ των κρατών μελών, χωρίς να προκληθεί στρέβλωση ή απειλή στρέβλωσης του ανταγωνισμού και χωρίς να χορηγηθεί ενίσχυση εντός των ορίων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης, υπό τον όρο ότι θα πληρούνται ορισμένες προϋποθέσεις. Εξάλλου, με την αύξηση αυτή θα μειωθεί το διοικητικό κόστος. Τα έτη που λαμβάνονται υπόψη για το σκοπό αυτό είναι τα οικονομικά έτη που λαμβάνονται ως βάση από την εκάστοτε επιχείρηση στο οικείο κράτος μέλος. Η κρίσιμη τριετία πρέπει να εκτιμάται σε κυλιόμενη βάση, ούτως ώστε, για κάθε νέα χορήγηση ενίσχυσης ήσσονος σημασίας, να είναι απαραίτητο να καθορίζεται το συνολικό ποσό ενισχύσεων ήσσονος σημασίας που χορηγούνται κατά τη διάρκεια του εκάστοτε οικονομικού έτους, καθώς και κατά τα προηγούμενα δύο οικονομικά έτη. Δεν πρέπει να είναι δυνατή η κατάτμηση των μέτρων ενίσχυσης που υπερβαίνουν το όριο των 7500 ευρώ το οποίο ισχύει για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας σε περισσότερα μικρότερα τμήματα κατά τρόπον ώστε τα τμηματικά αυτά ποσά να εμπίπτουν πλέον στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.
(6) Ο παρών κανονισμός δεν πρέπει να εφαρμόζεται στις ενισχύσεις κατά την εξαγωγή ούτε στις ενισχύσεις που ευνοούν τα εγχώρια προϊόντα σε σχέση με τα εισαγόμενα. Ειδικότερα, δεν πρέπει να υπάγονται σε αυτόν οι ενισχύσεις για τη χρηματοδότηση της δημιουργίας και λειτουργίας δικτύου διανομής σε άλλες χώρες. Οι ενισχύσεις που έχουν ως στόχο την κάλυψη του κόστους συμμετοχής σε εμπορικές εκθέσεις και του κόστους μελετών ή συμβουλευτικών υπηρεσιών που είναι απαραίτητες για τη διάθεση ενός νέου ή ήδη υπάρχοντος προϊόντος σε μια νέα αγορά δεν συνιστούν κατά κανόνα ενισχύσεις κατά την εξαγωγή.
(7) Το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων έχει αποφανθεί ότι, εφόσον η Κοινότητα έχει θεσπίσει νομοθετική ρύθμιση για τη δημιουργία κοινής οργάνωσης αγοράς σε ένα συγκεκριμένο γεωργικό τομέα, τα κράτη μέλη είναι υποχρεωμένα να απέχουν από τη λήψη οποιουδήποτε μέτρου που θα μπορούσε να υπονομεύσει ή να εισαγάγει εξαιρέσεις στην κοινή οργάνωση της αγοράς [7]. Για το λόγο αυτό, ο παρών κανονισμός δεν πρέπει να εφαρμόζεται για τις ενισχύσεις των οποίων το ποσό καθορίζεται με βάση την τιμή ή την ποσότητα των προϊόντων που αγοράζονται ή διατίθενται στην αγορά.
(8) Για λόγους διαφάνειας, ίσης μεταχείρισης και ορθής εφαρμογής του ανώτατου ορίου για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας, τα κράτη μέλη πρέπει να εφαρμόζουν την ίδια μέθοδο υπολογισμού. Για τη διευκόλυνση αυτού του υπολογισμού τα ποσά που δεν χορηγούνται υπό μορφή επιχορήγησης πρέπει να μετατρέπονται σε ακαθάριστο ισοδύναμο επιχορήγησης. Ο υπολογισμός του ισοδύναμου επιχορήγησης όσον αφορά τις διαφανείς μορφές ενίσχυσης εκτός των επιχορηγήσεων ή των ενισχύσεων που καταβάλλονται σε πολλές δόσεις πρέπει να γίνεται με βάση τα επιτόκια της αγοράς κατά το χρόνο της χορήγησής τους. Για λόγους ομοιόμορφης, διαφανούς και ευχερούς εφαρμογής των κανόνων σχετικά με τις κρατικές ενισχύσεις, ως επιτόκια της αγοράς όσον αφορά τον παρόντα κανονισμό πρέπει να θεωρούνται τα επιτόκια αναφοράς που καθορίζονται σε τακτά χρονικά διαστήματα από την Επιτροπή βάσει αντικειμενικών κριτηρίων και δημοσιεύονται στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή στο Διαδίκτυο. Ενδέχεται πάντως να είναι αναγκαία η προσθήκη επιπλέον μονάδων βάσης στο κατώτατο επιτόκιο ενόψει των παρεχόμενων εγγυήσεων ή του κινδύνου που συνδέεται με τον δικαιούχο.
(9) Επίσης για λόγους διαφάνειας, ίσης μεταχείρισης και ορθής εφαρμογής του ανώτατου ορίου των ενισχύσεων ήσσονος σημασίας, ο παρών κανονισμός πρέπει να εφαρμόζεται μόνο στις διαφανείς ενισχύσεις ήσσονος σημασίας. Ως "διαφανής ενίσχυση" νοείται η ενίσχυση ως προς την οποία είναι δυνατόν να υπολογισθεί εκ των προτέρων με ακρίβεια το ακαθάριστο ισοδύναμο επιχορήγησης χωρίς να είναι αναγκαία η εκτίμηση του κινδύνου. Ακριβής υπολογισμός, π.χ., μπορεί να γίνει όσον αφορά τις επιχορηγήσεις, τις επιδοτήσεις επιτοκίου ή τις φοροαπαλλαγές που υπόκεινται σε ανώτατο όριο. Οι ενισχύσεις υπό μορφή δανείου πρέπει να θεωρούνται διαφανείς ενισχύσεις ήσσονος σημασίας υπό την προϋπόθεση ότι το ακαθάριστο ισοδύναμο επιχορήγησης έχει υπολογισθεί με βάση τα επιτόκια της αγοράς που ισχύουν κατά το χρόνο χορήγησης της ενίσχυσης. Οι ενισχύσεις που συνίστανται σε εισφορά κεφαλαίου δεν πρέπει να θεωρούνται διαφανείς ενισχύσεις ήσσονος σημασίας, εκτός αν το συνολικό ποσό της εισφοράς κρατικών κεφαλαίων είναι μικρότερο από το ανώτατο όριο που ισχύει για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας ανά δικαιούχο. Οι ενισχύσεις που συνίστανται σε παροχή επιχειρηματικού κεφαλαίου κατά την έννοια των κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών για τις κρατικές ενισχύσεις που χορηγούνται για την προώθηση των επενδύσεων επιχειρηματικών κεφαλαίων σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις [8] δεν μπορούν να θεωρούνται διαφανείς ενισχύσεις ήσσονος σημασίας εκτός εάν, βάσει του οικείου καθεστώτος επιχειρηματικών κεφαλαίων, η εισφορά κεφαλαίων σε κάθε δικαιούχο επιχείρηση δεν υπερβαίνει το ανώτατο όριο που ισχύει για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας ανά δικαιούχο.
(10) Είναι απαραίτητη η δημιουργία ασφάλειας δικαίου για τα καθεστώτα εγγυήσεων τα οποία δεν είναι ικανά να επηρεάσουν τις συναλλαγές και να στρεβλώσουν τον ανταγωνισμό και σε σχέση με τα οποία είναι διαθέσιμα επαρκή στοιχεία που καθιστούν δυνατή την αξιόπιστη εκτίμηση των σχετικών δυνητικών επιπτώσεων. Ο παρών κανονισμός πρέπει συνεπώς να προβλέπει ειδικό ανώτατο όριο για τις εγγυήσεις με βάση το καλυπτόμενο από εγγύηση ποσό του υποκείμενου δανείου. Το υπόψη ειδικό ανώτατο όριο πρέπει να υπολογίζεται βάσει εκτίμησης του ποσού κρατικής ενίσχυσης που εμπεριέχεται στα καθεστώτα εγγυήσεων προς κάλυψη δανείων χορηγούμενων σε βιώσιμες επιχειρήσεις. Το εν λόγω ειδικό ανώτατο όριο πρέπει επομένως να μην ισχύει ούτε για τις κατά περίπτωση μεμονωμένες ενισχύσεις οι οποίες δεν εντάσσονται σε συγκεκριμένο καθεστώς εγγυήσεων, ούτε για εγγυήσεις των οποίων η υποκείμενη συναλλαγή δεν αποτελεί δάνειο, όπως για παράδειγμα οι εγγυήσεις για συναλλαγές με αντικείμενο μετοχικό κεφάλαιο. Το ειδικό όριο είναι σκόπιμο να καθορίζεται με βάση το γεγονός ότι, αν ληφθεί υπόψη ένα ανώτατο επιτόκιο (καθαρό επιτόκιο υπερημερίας) ύψους 13 %, που αντιστοιχεί στο χειρότερο πιθανό σενάριο για τα καθεστώτα εγγυήσεων στην Κοινότητα, το ακαθάριστο ισοδύναμο επιχορήγησης μιας εγγύησης ύψους 56250 ευρώ μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι ίδιο με το ανώτατο όριο ύψους 7500 ευρώ που ισχύει για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας. Μόνον εγγυήσεις που καλύπτουν ποσοστό μέχρι και 80 % του υποκείμενου δανείου είναι σκόπιμο να υπόκεινται στο εν λόγω ειδικό ανώτατο όριο. Μία μεθοδολογία η οποία θα έχει γίνει δεκτή από την Επιτροπή κατόπιν κοινοποίησης βάσει νομοθετικής ρύθμισης της Επιτροπής για θέματα κρατικών ενισχύσεων είναι επίσης δυνατό να χρησιμοποιείται από τα κράτη μέλη με σκοπό τον υπολογισμό του ακαθάριστου ισοδύναμου επιχορήγησης που εμπεριέχει η εγγύηση, υπό την προϋπόθεση ότι η εγκεκριμένη μεθοδολογία περιλαμβάνει ρητή πρόβλεψη για το είδος εγγυήσεων και το είδος υποκείμενων πράξεων που ανακύπτουν στο πλαίσιο της εφαρμογής του παρόντος κανονισμού.
(11) Ο παρών κανονισμός δεν πρέπει να εφαρμόζεται για τις προβληματικές επιχειρήσεις κατά την έννοια των κοινοτικών κατευθυντήριων γραμμών όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις για τη διάσωση και αναδιάρθρωση των προβληματικών επιχειρήσεων [9] λόγω των προβλημάτων που σχετίζονται με τον προσδιορισμό του ακαθάριστου ισοδύναμου επιχορήγησης των ενισχύσεων που χορηγούνται σε αυτό το είδος επιχειρήσεων.
(12) Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν τις ενισχύσεις που προβλέπονται στο άρθρο 87 παράγραφος 1 της συνθήκης, οι ενισχύσεις ήσσονος σημασίας πρέπει να θεωρείται ότι χορηγούνται κατά τη στιγμή που παρέχεται στην οικεία επιχείρηση το δικαίωμα λήψης της ενίσχυσης σύμφωνα με την εφαρμοστέα εθνική νομοθεσία.
(13) Προκειμένου να αποτρέπεται η καταστρατήγηση των ανώτατων επιτρεπόμενων τιμών έντασης της ενίσχυσης που προβλέπονται από διάφορες κοινοτικές νομοθετικές πράξεις, δεν πρέπει να επιτρέπεται η σώρευση ενισχύσεων ήσσονος σημασίας με άλλες κρατικές ενισχύσεις για τις ίδιες επιλέξιμες δαπάνες, εάν από τη σώρευση αυτή προκύπτει ένταση ενίσχυσης η οποία υπερβαίνει το επίπεδο της ενίσχυσης που καθορίζεται για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση από την κοινοτική νομοθεσία.
(14) Ο παρών κανονισμός δεν αποκλείει τη δυνατότητα να μη θεωρείται κρατική ενίσχυση κατά την έννοια του άρθρου 87 παράγραφος 1 της συνθήκης μέτρο το οποίο θεσπίζει ένα κράτος μέλος βάσει ενός άλλου κανονισμού εκτός του παρόντος, όπως π.χ. στην περίπτωση εισφορών κεφαλαίου ή εγγυήσεων, με το σκεπτικό ότι το σχετικό μέτρο θεσπίζεται σύμφωνα με την αρχή του ιδιώτη επενδυτή ο οποίος ενεργεί υπό κανονικές συνθήκες οικονομίας της αγοράς.
(15) Η Επιτροπή πρέπει να διασφαλίζει την τήρηση των κανόνων για τις κρατικές ενισχύσεις και ειδικότερα ότι οι ενισχύσεις που χορηγούνται βάσει των κανόνων για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας πληρούν τους σχετικούς όρους. Σύμφωνα με την αρχή της συνεργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 10 της συνθήκης, τα κράτη μέλη οφείλουν να διευκολύνουν την εκπλήρωση αυτής της αποστολής δημιουργώντας τον αναγκαίο μηχανισμό για να εξασφαλίζουν ότι το συνολικό ποσό των ενισχύσεων που χορηγούνται βάσει του εν λόγω κανόνα δεν υπερβαίνει ούτε το ανώτατο όριο των 7500 ευρώ ανά δικαιούχο ούτε τα συνολικά ανώτατα όρια που καθορίζονται από την Επιτροπή με βάση την αξία της παραγωγής του γεωργικού τομέα. Προς το σκοπό αυτό, είναι σκόπιμο τα κράτη μέλη, όταν χορηγούν ενίσχυση ήσσονος σημασίας, να πληροφορούν την ενδιαφερόμενη επιχείρηση για το ποσό της ενίσχυσης και για το ότι η ενίσχυση θεωρείται ήσσονος σημασίας, με παραπομπή στον παρόντα κανονισμό. Πέραν αυτού, πριν από τη χορήγηση της ενίσχυσης, το κράτος μέλος πρέπει να λαμβάνει από την επιχείρηση δήλωση σχετικά με τις άλλες ενισχύσεις ήσσονος σημασίας που έλαβε κατά τη διάρκεια του τρέχοντος οικονομικού έτους και κατά τα δύο προηγούμενα οικονομικά έτη και να εξακριβώνει προσεκτικά ότι η νέα ενίσχυση ήσσονος σημασίας δεν οδηγεί σε υπέρβαση του ανώτατου ορίου που ισχύει για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας. Η τήρηση αυτών των ανωτάτων ορίων μπορεί επίσης να ελέγχεται μέσω κεντρικού μητρώου. Στην περίπτωση καθεστώτων εγγυήσεων που θεσπίζονται από το Ευρωπαϊκό Ταμείο Επενδύσεων, το τελευταίο μπορεί να καταρτίζει κατάλογο δικαιούχων και να απαιτεί από τα κράτη μέλη να ενημερώνουν τους δικαιούχους για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας που λαμβάνουν.
(16) Ο κανονισμός (ΕΚ) αριθ. 1860/2004 είχε αρχικά προβλεφθεί να λήξει στις 31 Δεκεμβρίου 2008. Δεδομένου ότι ο παρών κανονισμός πρέπει να τεθεί σε ισχύ πριν από την ημερομηνία αυτή, είναι σκόπιμο να διευκρινιστούν οι συνέπειες όσον αφορά την εφαρμογή του στις ενισχύσεις που χορηγούνται στις επιχειρήσεις του τομέα της παραγωγής γεωργικών προϊόντων βάσει του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 1860/2004.
([b]17[/b]) Βάσει της πείρας που έχει αποκτήσει η Επιτροπή και λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για τακτική αναθεώρηση της πολιτικής της όσον αφορά τις κρατικές ενισχύσεις, κρίνεται σκόπιμο να περιοριστεί η περίοδος ισχύος του παρόντος κανονισμού. Σε περίπτωση λήξης του παρόντος κανονισμού χωρίς παράταση της ισχύος του, πρέπει να παραχωρηθεί στα κράτη μέλη περίοδος προσαρμογής έξι μηνών για τις ενισχύσεις ήσσονος σημασίας που διέπονται από τις διατάξεις του,
ΕΞΕΔΩΣΕ ΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΚΑΝΟΝΙΣΜΟ:
Άρθρο 1
Πεδίο εφαρμογής
Ο παρών κανονισμός εφαρμόζεται στις ενισχύσεις που χορηγούνται στις επιχειρήσεις του τομέα της παραγωγής γεωργικών προϊόντων με εξαίρεση:
α) τις ενισχύσεις το ποσό των οποίων καθορίζεται με βάση την τιμή ή την ποσότητα των προϊόντων που διατίθενται στην αγορά·
β) τις ενισχύσεις για δραστηριότητες που σχετίζονται με τις εξαγωγές, δηλαδή τις ενισχύσεις που συνδέονται άμεσα με τις εξαγόμενες ποσότητες, με τη δημιουργία και τη λειτουργία δικτύου διανομής ή με άλλες τρέχουσες δαπάνες σχετικές με την εξαγωγική δραστηριότητα·
γ) τις ενισχύσεις που χορηγούνται υπό τον όρο της χρησιμοποίησης εγχώριων προϊόντων αντί των εισαγομένων·
δ) τις ενισχύσεις που χορηγούνται σε προβληματικές επιχειρήσεις.
Άρθρο 2
Ορισμοί
Για τους σκοπούς του παρόντος κανονισμού, νοούνται ως:
1. "επιχειρήσεις του τομέα της παραγωγής γεωργικών προϊόντων": οι επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στον τομέα της πρωτογενούς παραγωγής γεωργικών προϊόντων·
2. "γεωργικά προϊόντα": τα προϊόντα που απαριθμούνται στο παράρτημα I της συνθήκης εκτός των αλιευτικών προϊόντων και των προϊόντων υδατοκαλλιέργειας που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κανονισμού (ΕΚ) αριθ. 104/2000 του Συμβουλίου [10].